Η εκπλήρωση της προσδοκίας
Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ
(η εποχή της Γεννήσεως του Χριστού)
Του ΚΩΝ. ΦΙΟΡΑΚΗ Πρωτοπρεσβυτέρου

     O Λουκάς, μόνος αυτός, κάνει λόγο ότι τη βραδυά της γεννήσεως του Χριστού "ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αυτή αγραυλούντες και φυλάσσοντες φύλακας της νυκτός επί την ποίμνην αυτών" (1,8). Από τη μαρτυρία αυτή του Λουκά φαίνεται ότι οι ποιμένες βρίσκονταν έξω στην ύπαιθρο. 0 καιρός επέτρεπε αυτή την παραμονή και για τους βοσκούς και για τα κοπάδια. Οι ποιμένες τον χειμώνα δεν αφήνουν τα ποίμνια τους έξω στο ύπαιθρο, ώστε να ξαγρυπνούν και να νοιάζονται για τη φύλαξη τους. Τα κοπάδια μπορούν να παραμένουν εκτός του στάβλου, μόνο όταν ο καιρός είναι ζεστός. Η ένδειξη των "ποιμένων αγραυλούντων και φυλασσόντων φύλακας επί την ποίμνην αυτών" υποδηλώνει, ότι το γεγονός της γεννήσεως του Χριστού πρέπει να έγινε σε εποχή, που οι κλιματολογικές συνθήκες επέτρεπαν την παραμονή έξω από κάποιο ζεστό κατάλυμα. Σε ξάγρυπνους λοιπόν ποιμένες εμφανίστηκε ο Άγγελος, για να τους πει το γεγονός της γεννήσεως του Χριστού· "και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς... και είπεν αυτοίς ο άγγελος· μη φοβήσθε· ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ... εν πόλει Δαυίδ... ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον κείμενον εν φάτνη... και οι ποιμένες είπον προς αλλήλους· διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο το γεγονός..." (Λουκ. 2,9-15).
     Ο Κλήμης Αλεξανδρείας είναι ο πρώτος, που μνημονεύει την εορτή της γεννήσεως, και στο σύγγραμμα του "Στρωματείς" (ΒΕΠ, Ζ', 292-293) σημειώνει, ότι οι οπαδοί του γνωστικού αιρετικού Βασιλείδη (120-145) γιόρταζαν τη γέννηση του Χριστού σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, που δεν ήταν χειμωνιάτικες. Έτσι ορισμένοι απ' αυτούς γιόρταζαν "εν πέμπτη Παχών και εικάδι", που αντιστοιχεί με τις 20 Μαΐου, ενώ μια άλλη ομάδα "και μην τίνες των φασί Φαρμουθί γεγενήσθαι κδ' ή κε'", που αντιστοιχεί στις 19 και 20 Απριλίου. Ο εορτασμός της γεννήσεως του Χριστού πρέπει να ανάγεται οπωσδήποτε σε πολύ πρώιμη εποχή, αφού ο Κλήμης ζεί τέλη του 2ου μ.Χ. αι. Βέβαια και τα αναφερόμενα από τον Κλήμεντα δεν μας πληροφορούν τη χρονολογική ακρίβεια. Περισσότερο σημειώνονται για να δείξουν τις αυθαιρεσίες των αιρετικών γνωστικών, όμως δεν παύουν σαν πληροφορία να δείχνουν, ότι η γέννηση πρέπει να συνέβη σε εποχή, που προσέγγιζε αυτά που διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Να σημειωθεί και τούτο, ότι στα πρώτα χριστιανικά χρόνια δεν είχαν ακόμη καθιερωθεί εορτές. Μόνο το Πάσχα αποτελούσε γεγονός εορτασμού. Όλο το βάρος έπεφτε στο κήρυγμα και λιγότερο σε εορτολογικά γεγονότα.
     Από το οδοιπορικό της Αιθέριας πληροφορούμαστε, ότι οι χριστιανοί της Παλαιστίνης από τα μέσα του 2ου αιώνα γιόρταζαν τη γέννηση του Χριστού μαζί με τη βάπτιση Του, στις 6 Ιανουαρίου, με την ονομασία "Επιφάνεια" ή "Θεοφάνεια". Για πρώτη φορά γύρω στο 330 η Εκκλησία της Ρώμης χωρίζει την ενιαία γιορτή Επιφανείων - Θεοφανείων, και μεταφέρει την Γέννηση του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου, ενώ στις 6 Ιανουαρίου γιορτάζει τη Βάπτιση στον Ιορδάνη. Η μετάθεση αυτή έγινε, όχι γιατί βρήκαν κάποια στοιχεία, που πιστοποιούσαν, ότι στις 25 Δεκεμβρίου έγινε η Γέννηση. Λόγοι καθαρά τακτικής επέβαλαν αυτή την καθιέρωση.
      Όπως είναι γνωστό, τις 25 Δεκεμβρίου οι αρχαίοι λαοί θεωρούσαν ως έναρξη του χειμερινού ηλιοστασίου. Η ημέρα αυτή σηματοδοτεί τη σταδιακή αύξηση της ημέρας. Το φως νικά το σκοτάδι. Όλα τα θεωρούσαν σαν τη νίκη των φωτεινών δυνάμεων κατά των σκοτεινών και καταχθόνιων. Οι λαοί, λοιπόν της Ανατολής, γιόρταζαν με κάθε λαμπρότητα το γεγονός αυτό, και ιδίως οι οπαδοί του Μίθρα (περσικός θεός του φωτός). Ο Μιθραϊσμός στα χρόνια του Χριστού είχε μεγάλη διάδοση στη Δύση. Ορισμένοι αυτοκράτορες είχαν θέσει υπό την προστασία τους τον Μιθραϊσμό. 0 αυτοκράτορας Αυρηλιανός το 273 με διάταγμα του θέσπισε επίσημη εορτή προς τιμή του "Αήττητου Ηλίου", τη natalis invicti solis. Η Εκκλησία της Ρώμης καθιέρωσε επίσημα στα μέσα του 4ου μ.Χ. αι. την εορτή της γεννήσεως του Χριστού και την ώρισε στις 25 Δεκεμβρίου, ώστε σταδιακά να υποβαθμίσει την παγανιστική εορτή του Μίθρα και αντ' αυτής να εορτάζεται ο νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης, της Αγάπης, της Ειρήνης, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Η καθιέρωση αυτή πολύ γρήγορα διαδόθηκε σ' ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Έτσι το 379 μ.Χ., είναι καθιερωμένη στις Εκκλησίες της Καππαδοκίας, ενώ το 386 μ.Χ. ο ιερός Χρυσόστομος σε ομιλία του την αποκαλεί "μητρόπολιν πασών των εορτών" και σημειώνει "ούπω δέκατόν εστί έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα γεγένηται".